Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

εθελοντής

Από Ελληνικό Λεξικό
Εκ στόματος κοράκου κρα εξελεύσεται.
Αίσωπος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Αρχαία λέξη, από το ρήμα εθέλω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

εθελοντής αρσενικό, εθελόντρια θηλυκό

  • Κάποιος που προσφέρει τις υπηρεσίες του, συνήθως για κάποιο κοινωφελή σκοπό.
  • Λέγεται επίσης για αυτόν που παρουσιάζεται στο στρατό για να κάνει θητεία χωρίς να υπάγεται σε αυτή την υποχρέωση.
Πολλοί εθελοντές παρουσιάστηκαν για να βοηθήσουν στην καλή λειτουργία των Ολυμπιακών Αγώνων.

Συγγενικές λέξεις

και


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ