Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

εθισμός

Από Ελληνικό Λεξικό
Γεράματα είναι το πολύ ακριβό τίμημα που πληρώνουμε για ν' αποκτήσουμε ωριμότητα.
Τ. Στόπαρντ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρχαία αλληνική λέξη ἐθισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό

εθισμός αρσενικό

  • το να αποκτάς μια συνήθεια.
  • καταναγκαστική συνήθεια που επηρεάζει τη συμπεριφορά και τον ψυχισμό και είναι δύσκολο να διακοπεί
Ο μακροχρόνιος εθισμός στη νικοτίνη προκαλεί βλάβες στον οργανισμό

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ