Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ελεύθερα

Από Ελληνικό Λεξικό
Δάμασε την οργή σου μέσα στα στήθη σου. Η πραότης φέρει καλύτερα αποτελέσματα.
Όμηρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ελεύθερα < ελεύθερος

Open book 01.svg Επίρρημα

ελεύθερα

  1. με ελευθερία, χωρίς καταναγκασμό
    είναι άνθρωπος που σκέφτεται ελεύθερα, χωρίς δογματισμό ή προκαταλήψεις
    με αυτά τα στενά ρούχα δεν μπορώ να περπατήσω ελεύθερα
  2. {για ρούχα, υφάσματα) χαλαρά
    ένα μαντίλι έπεφτε ελεύθερα στα μαλλιά της


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ