Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

εμβάζω

Από Ελληνικό Λεξικό
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο αγαθό από την πορεία προς το θάνατο.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

< εμβιβάζω < εν + βιβάζω

Open book 01.svg Ρήμα

εμβάζω

  • δίνω εντολή για μεταφορά χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό τρίτου, συνήθως σε ξένη χώρα.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ