Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

εμβριθής

Από Ελληνικό Λεξικό
Πλούσιος είναι αυτός που δεν στερείται τ’ απαραίτητα και δεν έχει ανάγκη από τα περιττά.
Πιττακός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο

εμβριθής αρσενικό, εμβριθής θηλυκό, εμβριθές ουδέτερο

  • Αυτός που διακρίνεται για τη διεισδυτικότητα του πνεύματος, τη βαθιά γνώση του, αυτός που έχει εντρυφήσει σε ορισμένο αντικείμενο.
Ο κ. Τ είναι ένας εμβριθής μελετητής / στοχαστής / εμπειρογνώμονας / πολιτικός αναλυτής / σχολιαστής.

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ