Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ευδιάζω

Από Ελληνικό Λεξικό
Πλούσιος είναι αυτός που δεν στερείται τ’ απαραίτητα και δεν έχει ανάγκη από τα περιττά.
Πιττακός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ευδιάζω < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ρήμα

ευδιάζω



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ