Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ζάφτι

Από Ελληνικό Λεξικό
Δεν θέλω να ζήσω, θέλω ν’ αγαπήσω πρώτα και να ζήσω παρεμπιπτόντως.
Zelda Fitzgerald
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το αραβικό dabt. < Οθωμανικό zabt. < Τουρκικό zaptı.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ζάφτι ουδέτερο και ζάπι.

  • Η λέξη χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση «κάνω ζάφτι», υποτάσσω στη θέλησή μου, θέτω υπό τον έλεγχό μου, δαμάζω, επιβάλλομαι.
Σε δύο σχολεία οι καθηγητές σύσσωμοι κατέβηκαν σε απεργία, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν ζάφτι τα παιδιά. (Ελευθεροτυπία, 28/12/1996).

Συγγενικές λέξεις

Λέζεις από την ίδια ρίζα: ζαμπίτης, ζαφτιές/ζαπτιές η ζαπιές, ζάφτω.

  • Οι δύο πρώτες δεν χρησιμοποιούνται πιά και η τρίτη χρησιμοποιείται σπάνια.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ