Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ζαβολιάρες

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αγάπη είναι μια αρρώστια του μυαλού. Δίνει αφή στις παραισθήσεις. Κάνει τα κορμιά να αναριγούν. Κάνει τα όνειρα να αιμορραγούν. Τη μοναξιά να τρίζει τις σκάλες τα μεσάνυχτα και να τρομοκρατεί.
Δημήτρης Βάρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

ζαβολιάρες

  1. ζαβολιάρα, στην ονομαστική του πληθυντικού
  2. ζαβολιάρα, στην αιτιατική του πληθυντικού
  3. ζαβολιάρα, στην κλητική του πληθυντικού


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ