Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ζαμανφουτισμός

Από Ελληνικό Λεξικό
Σοφός είναι αυτός που γνωρίζει χρήσιμα και όχι αυτός που γνωρίζει πολλά.
Αισχύλος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

  • Ελληνοποίηση του γαλλικού je-m'en-foutisme  (fr), ουσιαστικοποιημένη μορφή της εκφράσεως «je m'en fous», αδιαφορώ πλήρως, στα παλιά μου τα παπούτσια, ας πάει να γ..., στ'αρχ... μου, ή 'Je m'en fiche, λιγότερο χυδαίο (μιλώντας για το αντικείμενο της συζητήσεως).

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ζαμανφουτισμός αρσενικό και ζεμανφουτισμός.

  • Πλήρης αδιαφορία για κάτι το οποίο θα έπρεπε να ενδιαφέρει/απασχολεί.
Ο ζαμανφουτισμός της πολιτικής τάξης έχει υπερβεί τα όρια του σκανδάλου.
Αυτός ο τρόπος ζωής έθρεψε πολλές μεταπολεμικές γενιές ως τώρα και είναι γνωστός ως «ωχαδερφισμός» και ζαμανφουτισμός. (Ελληνικός τύπος, Τορόντο, 18/4/2006)

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ