Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ζεμανφουτιστικός

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη: πονόδοντος στη καρδιά.
Χάινριχ Χάινε
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ζεμανφουτιστικός αρσενικό, ζεμανφουτιστική θηλυκό, ζεμανφουτιστικό ουδέτερο

Λέγεται και ζαμανφουτιστικός, ζαμανφουτιστική, ζαμανφουτιστικό.

  • Λέγεται π.χ. για μια συμπεριφορά.
Αυτός έχει πολύ ζεμανφουτιστικό φέρσιμο.

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ