Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ηλεκτρο-

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αγάπη είναι μια αρρώστια του μυαλού. Δίνει αφή στις παραισθήσεις. Κάνει τα κορμιά να αναριγούν. Κάνει τα όνειρα να αιμορραγούν. Τη μοναξιά να τρίζει τις σκάλες τα μεσάνυχτα και να τρομοκρατεί.
Δημήτρης Βάρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ηλεκτρο- < γαλλικό électro-  (fr) < électricité  (fr), ηλεκτρισμός

Open book 01.svg Πρόθημα

ηλεκτρο- και ηλεκτρό-

  • πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων που σημαίνουν ότι το δεύτερο συνθετικό
  1. παράγεται με ηλεκτρισμό
  2. λειτουργεί ή χρησιμοποιεί ηλεκτρισμό
  3. παράγει ηλεκτρισμό
  4. σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό

Σύνθετα


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ