Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

θλίβω

Από Ελληνικό Λεξικό
Όσα γνωρίζεις μην τα λες πάντα, αλλά αυτά που λες πάντα να τα γνωρίζεις.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

θλίβω < θλῶ (: σπάω, συντρίβω) + φλίβω (: σπάω, πιέζω)

Open book 01.svg Ρήμα

θλίβω

με θλίβει η συμπεριφορά σου απέναντί μου
  • ασκώ δύναμη σε ένα αντικείμενο, το πιέζω ώστε να μειωθεί ο όγκος του
έθλιψε δυνατά το μπόγο με τα ρούχα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ