Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ικανοποιώ

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ζωή μας δίδαξε ότι η αγάπη δε συνίσταται στο να κοιτάμε ο ένας τον άλλο, αλλά στο να κοιτάμε προς την ίδια κατεύθυνση.
Αντουάν ντε Σαντ-Εξιπερί
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ικανοποιώ < μεσαιωνική ελληνική, ἱκανοποιῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /i.ka.nɔ.pi.'ɔ/

Open book 01.svg Ρήμα

ικανοποιώ (μεσοπαθητικό ικανοποιούμαι)

  1. δίνω σε κάποιον ικανοποίηση, κάνοντας κάτι που επιθυμεί ή προσδοκά
  2. επιτυγχάνω με επαρκή τρόπο κάτι που είναι απαίτηση, επιθυμία ή ανάγκη κάποιου
  3. αποζημιώνω κάποιον για κάποια βλάβη ή ζημία που του προκάλεσα

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ