Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ικανότητα

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αχαριστία έχει μητέρα την υπερηφάνεια και κόρη την αναισχυντία.
Ξενοφών
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το ικανός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ικανότητα θηλυκό (πληθυντικός : ικανότητες)

  1. Η δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι.
    Έχει και την ικανότητα και τη θέληση να πετύχει στη ζωή του.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ