Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

καίριος

Από Ελληνικό Λεξικό
Τίμα τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον.
Μένανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική καίριος καίρια καίριο
Γενική καίριου καίριας καίριου
Αιτιατική καίριο καίρια καίριο
Κλητική καίριε καίρια καίριο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική καίριοι καίριες καίρια
Γενική καίριων καίριων καίριων
Αιτιατική καίριους καίριες καίρια
Κλητική καίριοι καίριες καίρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καίριος < αρχαία ελληνική καίριος < καιρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'cɛ.ɾi.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /'cɛ.ɾi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /'cɛ.ɾi.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο

καίριος, -α, -ο

  1. που γίνεται την κατάλληλη στιγμή, έτσι ώστε να είναι αποτελεσματικός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έγκαιρος, εύθετος, εύστοχος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άκαιρος, ανεπίκαιρος, άωρος
    η καίρια παρέμβαση του τερματοφύλακα απέτρεψε το γκολ
  2. σημαντικός
    οι δημοσιογράφοι έθεσαν καίρια ερωτήματα
    η υπεράσπιση παρουσίασε καίρια επιχειρήματα
  3. κρίσιμος, καθοριστικός
    η ψήφος του θα παίξει καίριο ρόλο

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ