Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

καβαλιέρος

Από Ελληνικό Λεξικό
Μη αγνόει σ’ αυτόν· μηδέ αμάρτανε.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καβαλιέρος < ιταλική, cavaliere

Open book 01.svg Ουσιαστικό

καβαλιέρος αρσενικό

  • ο άντρας που χορεύει μαζί με μια γυναίκα
  • ο συνοδός μιας γυναίκας σε μια γιορτή ή άλλη κοινωνική εκδήλωση


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ