Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

κεφάλαιο

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αγάπη είναι ο εξάντας της αλήθειας.
Ρουμί
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κεφαλαίο


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κεφάλαιο < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ουσιαστικό

κεφάλαιο ουδέτερο

  1. μεγάλη ενότητα ενός βιβλίου
    • (μεταφορικά) σημαντικό τμήμα μιας συζήτησης ή μιας ζωής κ.λπ
      με το γάμο του άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή του
  2. (οικονομία) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτήρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία
    • τα χρήματα ή τίτλοι (μετοχές, ομόλογα) που διαθέτει κάποιος
    • (κοινωνιολογία) η κοινωνική τάξη των κεφαλαιοκρατών
      το κόμμα μας υποστηρίζει το λαό και όχι το μεγάλο κεφάλαιο


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ