Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

κιονόκρανο

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αχαριστία έχει μητέρα την υπερηφάνεια και κόρη την αναισχυντία.
Ξενοφών
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κιονόκρανο < αρχαία ελληνική κιονόκρανον < κίων + *κρᾶνον (> κρανίον)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κιονόκρανο ουδέτερο

  • το ανώτερο τμήμα ενός κίονα που φέρει διακόσμηση και πάνω στο οποίο στηρίζεται το επιστύλιο
δωρικό κιονόκρανο



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ