Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

κόμμα

Από Ελληνικό Λεξικό
Όσα γνωρίζεις μην τα λες πάντα, αλλά αυτά που λες πάντα να τα γνωρίζεις.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κόμμα κόμματα
Γενική κόμματος κομμάτων
Αιτιατική κόμμα κόμματα
Κλητική κόμμα κόμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κόμμα ουδέτερο

  1. (γραμματική) σημείο στίξης (,) το οποίο χωρίζει προτάσεις, όρους προτάσεων, φράσεις κτλ.
  2. (πολιτική) συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους
    • πολιτικός σχηματισμός που δρα σε μια ένωση κρατών (π.χ. την Ευρωπαϊκή Ένωση) και αποτελείται από ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα
  3. (μαθηματικά) η υποδιαστολή

Εκφράσεις

  • κάνω κόμμα (με κάποιον): συνεργάζομαι (με κάποιον), συνήθως εναντίον κάποιου άλλου
έκαναν κι οι δυό τους κόμμα εναντίον μου

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Ομώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



Αρχαία ελληνικά (grc)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

από το ρήμα κόπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κόμμα ουδέτερο

  1. το κομμάτι που αποχωρίζεται από ένα σύνολο
  2. (γραμματική) μικρό μέρος περιόδου του προφορικού ή γραπτού λόγου, κώλο
  3. σφραγίδα ή αποτύπωμα νομίσματος
  4. νόμισμα
  5. το άχυρο που απομένει όταν αλωνιστεί το σιτάρι
  6. μωλώπισμα

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ