Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

λαγός

Από Ελληνικό Λεξικό
Όποιος έχει υπομονή έχει αυτό που επιθυμεί.
Β. Φραγκλίνος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική λαγός λαγοί
Γενική λαγού λαγών
Αιτιατική λαγό λαγούς
Κλητική λαγέ λαγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λαγός < αρχαία ελληνική λαγώς < λαγωός (: αυτός που έχει χαλαρά/μαλακά αυτιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

λαγός που τρέχει

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /la.'ɣɔs/

λαγός ουδέτερο

  • τετράποδο θηλαστικό της οικογένειας των λαγοειδών. Έχει μικρό μέγεθος, δυνατά δόντια και μεγάλα όρθια αυτιά. Ζει στην εξοχή, τρέφεται με χόρτα και βλαστάρια, αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες και θηρεύεται για το νόστιμο κρέας του
  • (μεταφορικά) ο δειλός άνθρωπος
φοβάται σαν λαγός

Εκφράσεις

  • γίνομαι λαγός: εξαφανίζομαι πολύ γρήγορα

Παροιμίες

  • άλλα είναι τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας : η διαφορά ανάμεσα σε δύο πρόσωπα / πράγματα / καταστάσεις είναι τόσο μεγάλη, που οποιαδήποτε σύγκριση είναι αδύνατη

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ