Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

λιγάκι

Από Ελληνικό Λεξικό
Της διαφθοράς του νου, προηγείται η διαφθορά της καρδιάς.
Πασκάλ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

  • υποκοριστικό του επιρρήματος λίγο (+ -άκι)

Open book 01.svg Επίρρημα

λιγάκι

  1. σε μέτριο βαθμό, όχι πολύ.
    Είμαι λιγάκι κουρασμένος.
  2. για μικρή χρονική διάρκεια.
    Περίμενε λιγάκι.



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ