Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

λόγος

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο δρόμος του Θεού είναι δικαιοσύνη και αρετή.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική λόγος λόγοι
Γενική λόγου λόγων
Αιτιατική λόγο λόγους
Κλητική λόγε λόγοι


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λόγος < αρχαία ελληνική λόγος < λέγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'lɔ.ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

λόγος αρσενικό

  1. η ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων
    το χάρισμα του λόγου, γραπτός λόγος
  2. αυτό που λέγεται, τα λόγια, η κουβέντα
    πικρό λόγο δεν άκουσα από τα χείλη της
  3. δημόσια ομιλία
    έβγαλε λόγο
  4. η υπόσχεση
    ο λόγος μου είναι συμβόλαιο
  5. η απολογία ή ο απολογισμός που δίνει κάποιος για τις ενέργειές του
    θα δώσεις λόγο για τις πράξεις του
  6. η λογική ικανότητα του ανθρώπου
    ο ορθός λόγος
  7. η αιτία
    Είχε τους λόγους του για να το κάνει αυτό
  8. (μαθηματικά) η σχέση δύο μεγεθών εκφρασμένη σε κλάσμα, η αναλογία
    ο λόγος των δύο πλευρών ενός τριγώνου
  9. (χριστιανική θεολογία, ως κύριο όνομα) ο Υιός του Θεού

Εκφράσεις

  • έδωσαν λόγο: έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου
  • (δε) συντρέχει λόγος: (δεν) υπάρχει αιτία να γίνει κάτι
  • ο Λόγος του θεού: η Βίβλος / η χριστιανική διδασκαλία
  • του λόγου μου/σου/του/της/τους: ισοδυναμεί με προσωπική αντωνυμία (εγώ, εσύ, αυτός κ.λπ.)
  • φυσικώ τω λόγω (φυσικῷ τῷ λόγῳ): όπως είναι φυσικό
  • λόγου χάρη
  • εν λόγω
  • λόγω τιμής και επί λόγω τιμής
  • λόγω εξύβριση

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ