Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

μήλο

Από Ελληνικό Λεξικό
Δίπλα στην ευγενή τέχνη να κάνεις τους άλλους να λύνουν τα προβλήματα, υπάρχει η εξίσου ευγενής τέχνη να τα αφήνεις να λύνονται μόνα τους.
Λιν Γιου Τανγκ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μήλο < αρχαία ελληνική (Όμηρος) μῆλον (1. καρπός 2. πρόβατο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'mi.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μήλο ουδέτερο

  1. ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (μηλέας)
  2. (στον πληθυντικό) τα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών

Εκφράσεις

  • το μήλο του Αδάμ: ο κόμπος, η προεξοχή στο λαιμό των ανδρών, το καρύδι
  • το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει: τα παιδιά φέρονται όπως και οι γονείς τους
  • το μήλον της έριδος: αντικείμενο διαμάχης

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Σημειώσεις

Στην αγγλική, η λέξη melon και τα σύνθετά της, σημαίνουν επίσης καρπούς: melon πεπόνι, watermelon, καρπούζι, κλπ.
Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες με λέξεις που προέρχονται από την λατινική melo (γενική: melonis).


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ