Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

μπάνικος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η μεγαλύτερη ανηθικότητα είναι ν’ ασκεί κάποιος ένα επάγγελμα που δεν γνωρίζει.
Ναπολέων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

από το ρήμα μπανίζω

Open book 01.svg Επίθετο

μπάνικος

Πολύ μπάνικο το καινούριο αμάξι.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ