Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

μπάνιο

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αρετή είναι είδος υγείας, κάλλους και καλής διαθέσεως.
Πλάτων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπάνιο < ιταλική, bagno < λατ. banyum < banium < *baneum < *banneum < balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον (= είναι χώρος ομαδικών λουτρών, με πολλά καθίσματα, που προεξέχουν από το πάτωμα ως βάλανοι)

Δες: Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής), Μ. Τριανταφυλλίδης κ.ά., 1941, Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, § 216.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μπάνιο ουδέτερο


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ