Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

μπαλάντζα

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα, ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, ευατόν ηπάτησεν.
Ιωάννης της Κλίμακος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπαλάντζα < βενετική, balanza

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μπαλάντζα (χωρίς το δίσκο) κρεμασμένη στον τοίχο

μπαλάντζα θηλυκό και παλάντζα

η μπαλάντζα του πλανόδιου μανάβη
  • (μεταφορικά) ο άνθρωπος που αλλάζει γνώμη εύκολα, ανάλογα με τις περιστάσεις και σύμφωνα με το συμφέρον του

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ