Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

νάνος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ζήλια είναι ο δράκος που σκοτώνει την αγάπη, με το πρόσχημα ότι θέλει να την κρατήσει ζωντανή.
Χάβελοκ Έλις
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική νάνος νάνοι
Γενική νάνου νάνων
Αιτιατική νάνο νάνους
Κλητική νάνε νάνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νάνος < αρχαία ελληνική νᾶνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'na.nɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

νάνος αρσενικό

  1. (ιατρική) άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
  2. άτομο ανάξιο κι ασήμαντο στον τομέα στον οποία ανήκει
  3. (βοτανική) φυτό με διαστάσεις πολύ μικρότερες από το συνηθισμένο
  4. (ζωολογία) ζώο μικρού σώματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως πειραματόζωο
  5. (αστρονομία) λευκός ή άσπρος νάνος: αστέρας με σχετικά μικρό μέγεθος, αποτέλεσμα της έκρηξης αστέρα με μάζα λιγότερη από το οκταπλάσιο της μάζας του Ήλιου
  6. πλάσμα της φαντασίας που, υποτίθεται, ζει στα δάση, στα βουνά ή σε στοές κι έχει ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες, κυρίως, στην ξυλουργία και τη μεταλλουργία


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ