Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

νίβω

Από Ελληνικό Λεξικό
Γεράματα είναι το πολύ ακριβό τίμημα που πληρώνουμε για ν' αποκτήσουμε ωριμότητα.
Τ. Στόπαρντ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νίβω < νίπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ni.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα

νίβω (και νίφτω), ένιψα, νίφτηκα

  1. πλένω το πρόσωπο ή/και τα χέρια μου με νερό
  2. καθαρίζω
  3. (μεταφορικά) εξαγνίζω

Εκφράσεις

  • το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο: για κοινά συμφέροντα οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλο

Συγγενικές λέξεις


Plume ombre.png Κλίση


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ