Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

νίπτω

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αχαριστία έχει μητέρα την υπερηφάνεια και κόρη την αναισχυντία.
Ξενοφών
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νίπτω < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ρήμα

νίπτω

  • λέξη της καθαρεύουσας: βλέπε νίβω και νίφτω
  • απαρχαιωμένος τύπος του ρήματος νίβω, που χρησιμοποιείται συνήθως στη φράση νίπτω τας χείρας μου

φράση

  • νίπτω τας χείρας μου: δεν αναλαμβάνω την ευθύνη για ό,τι πρόκειται να συμβεί
σύμφωνα με τις γραφές, αποδίδεται στον Πόντιο Πιλάτο όταν οι Εβραίοι του παρέδωσαν τον Ιησού και εκείνος αρνήθηκε να πάρει την ευθύνη της κρίσης.

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ