Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

νοικοκύρης

Από Ελληνικό Λεξικό
Το να σκέφτεται κανείς ελευθέρως είναι ωραίον. Το να σκέφτεται ορθώς είναι ωραιότερον.
Βολταίρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική νοικοκύρης νοικοκύρηδες
Γενική νοικοκύρη νοικοκύρηδων
Αιτιατική νοικοκύρη νοικοκύρηδες
Κλητική νοικοκύρη νοικοκύρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νοικοκύρης < αρχαία ελληνική ἐν + οἰκοκύριος (< οἶκος + κύριος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ni.kɔ.'ci.ɾis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

νοικοκύρης αρσενικό

Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ