Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

νόθος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η τελειοποίηση του ανθρώπου είναι έργον της ψυχής. Σ’ αυτήν ο Θεός ανέθεσεν το έργον αυτόν και εις ουδέν έτερον όργανον του σώματος.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική νόθος νόθη νόθο
Γενική νόθου νόθης νόθου
Αιτιατική νόθο νόθη νόθο
Κλητική νόθε νόθη νόθο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική νόθοι νόθες νόθα
Γενική νόθων νόθων νόθων
Αιτιατική νόθους νόθες νόθα
Κλητική νόθοι νόθες νόθα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρχαία ελληνική νόθος

Open book 01.svg Επίθετο

νόθος -η/(-α)-ο

  1. ο εξώγαμος
  2. που αποδίδεται εσφαλμένα σε κάποιο συγγραφέα, όντας ψευδεπίγραφο ή με σκοπό την εξαπάτηση
  3. ασαφής, συγκεχυμένος, παραπλανητικός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

Εκφράσεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Αρχαία ελληνικά (grc)

Open book 01.svg Επίθετο

νόθος -η/-ος -ον

  1. νόθος, εξώγαμος
    κούρην δὲ Πριάμοιο νόθην ἔχε͵ Μηδεσικάστην (Ομήρου Ιλιάδα, Ν 173)
  2. πλαστός, ψεύτικος
    νόθον εὐσέβειαν (Φίλων Ιουδαίος, Περί των Χερουβίμ, 94.7)

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ