Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ξίδι

Από Ελληνικό Λεξικό
Μη αναβάλλεις γι’ αύριο, αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα.
Ησίοδος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μεσαιωνική ελληνική, ξίδιν < οξίδιν < ελληνιστική κοινή ὀξίδιον < αρχαία ελληνική ὄξος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ξίδι ουδέτερο

  1. σκουρόχρωμο ξινό υγρό που παρασκευάζεται από το κρασί και χρησιμοποιείται για να δίνει γεύση στο φαγητό ή σαν συντηρητικό τροφίμων
    ξίδι από κόκκινο κρασί
  2. οινοπνευματώδες ποτό
    πολλά ξίδια πίνεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ