Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ξεκωλιάρες

Από Ελληνικό Λεξικό
Μη αγνόει σ’ αυτόν· μηδέ αμάρτανε.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

ξεκωλιάρες

  1. ξεκωλιάρα, στην ονομαστική του πληθυντικού
  2. ξεκωλιάρα, στην αιτιατική του πληθυντικού
  3. ξεκωλιάρα, στην κλητική του πληθυντικού


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ