Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ξούρα

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ξούρα < ξυρός (ξυράφι)
Ή προφορά -ου- στη λέξη παραπέμπει σε παλαιότερη προφορά του γράμματος ύψιλον, λιγότερο ψιλή.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ξούρα θηλυκό

  1. το ξύρισμα
    Επίσης, και στον πληθυντικό: ξούρες, με την ίδια έννοια.
    έρριξε τις ξούρες του: ξυρίστηκε
    κόντρα ξούρα (-ες): βαθύ ξύρισμα
  2. (μεταφορικά, λαϊκή γλώσσα) ψεύδη, ψέματα
    άσε τις ξούρες!: μη λές ψέματα!


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ