Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ομογενής

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο ανόητος έχει την καρδιά στη γλώσσα, ενώ ο σώφρων έχει την γλώσσα στην καρδιά.
Θουκυδίδης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ομογενής ομογενής ομογενές
Γενική (ομογενούς) (ομογενούς) (ομογενούς)
Αιτιατική ομογενή ομογενή ομογενές
Κλητική ομογενή(ς) ομογενή(ς) ομογενές
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική ομογενείς ομογενείς ομογενή
Γενική ομογενών ομογενών ομογενών
Αιτιατική ομογενείς ομογενείς ομογενή
Κλητική ομογενείς ομογενείς ομογενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ομογενής < αρχαία ελληνική ὁμογενής < ὁμοῦ + γένος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ʝɛ.'nis/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ʝɛ.'nɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο

ομογενής

  1. που κατάγεται από τ ίδιο γένος με άλλους, που ακήνει στην ίδια εθνότητα με άλλους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ομοεθνής, ομόφυλος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αλλογενής, αλλοεθνής, ετερογενής
  2. που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
  3. (φυσική) ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
  4. (χημεία) μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι

Συγγενικές λέξεις



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ομογενής αρσενικό ή θηλυκό

  • Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ