Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ομοιομορφισμός

Από Ελληνικό Λεξικό
Το πρόσωπο είναι ο καθρέπτης της ψυχής.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ομοιομορφισμός < όμοιος + μορφή + -ισμός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ομοιομορφισμός αρσενικό

  1. Η ιδιότητα του ομοιόμορφου ή η τάση για ομοιομορφία.
  2. (φυσική) Θεωρία σύμφωνα με την οποία οι διεργασίες που λειτουργούν στη φύση παραμένουν αμετάβλητες με το πέρασμα του χρόνου.
  3. (γεωλογία) Θεωρία που διατυπώθηκε από τον Charles Lyell (1797–1875) σύμφωνα με την οποία η διαμόρφωση του γήινου φλοιού είναι μια συνεχής και ομοιόμορφη διεργασία και όχι αποτέλεσμα ξαφνικών και βίαιων καταστροφών μεγάλης κλίμακας (δείτε καταστροφισμός).
  4. (μαθηματικά) Συνάρτηση που στην τοπολογία υφίσταται για έναν γεωμετρικό σχηματισμό ο οποίος μπορεί να μετατραπεί σε έναν άλλο ισοδύναμο μέσω ελαστικής παραμόρφωσης.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ