Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ουδέτερος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αχαριστία είναι προδοσία.
Θεόφραστος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ουδέτερος ουδέτερη ουδέτερο
Γενική ουδέτερου ουδέτερης ουδέτερου
Αιτιατική ουδέτερο ουδέτερη ουδέτερο
Κλητική ουδέτερε ουδέτερη ουδέτερο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική ουδέτεροι ουδέτερες ουδέτερα
Γενική ουδέτερων ουδέτερων ουδέτερων
Αιτιατική ουδέτερους ουδέτερες ουδέτερα
Κλητική ουδέτεροι ουδέτερες ουδέτερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ουδέτερος < αρχαία ελληνική οὐδέτερος

Open book 01.svg Επίθετο

ουδέτερος -η -ο

  1. που δεν παίρνει θέση, που δεν τάσσεται υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης σχετικά με ένα θέμα, ο αμέτοχος, ο αδιάφορος
    ουδέτερη άποψη
    ουδέτερο έδαφος
  2. (κατ' επέκταση) για κράτοςχώρα) που παραμένει αμέτοχο σε πόλεμο
  3. (γραμματική) γένος ονόματος, επιθέτου ή μετοχής, που δεν είναι ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό
  4. (γραμματική) για ρήμα του οποίου η διάθεση σημαίνει κατάσταση

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ