Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

πάγος

Από Ελληνικό Λεξικό
Θες ν’ αγαπηθείς; Τότε μην αφήσεις την καρδιά σου να παρεκκλίνει απ’ το μονοπάτι της. Παρέμεινε αυτός που είσαι τώρα.
Έντγκαρ Άλαν Πόε
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πάγος πάγοι
Γενική πάγου πάγων
Αιτιατική πάγο πάγους
Κλητική πάγε πάγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πάγος < αρχαία ελληνική πάγος < θέμα πᾱγ- του ρήματος πήγνυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κομμάτι πάγου

πάγος αρσενικό

η κατάψυξη του ψυγείου έχει μαζέψει πολύ πάγο
καλλιτεχνικό πατινάζ πάνω στον πάγο
  • μια μικρή ή μεγάλη μάζα πάγου
πίνει το ποτό του με πάγο
  • οτιδήποτε γίνεται αισθητό ως πολύ παγωμένο
η θάλασσα είναι πάγος
οι οδηγοί να είναι προσεκτικοί, διότι το πρωί θα έχει πάγο στους δρόμους

Εκφράσεις

  • βάζω στον πάγο: αφήνω κάποιον σε αχρηστία, διακόπτω τη δραστηριότητα
  • σπάω τον πάγο: διαλύω την αρχική αμηχανία


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ