Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

πηδάλιο

Από Ελληνικό Λεξικό
Αν αγαπάς και υποφέρεις, αγάπα περισσότερο.
Βίκτωρ Ουγκώ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Πηδάλιο


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πηδάλιο πηδάλια
Γενική πηδαλίου πηδαλίων
Αιτιατική πηδάλιο πηδάλια
Κλητική πηδάλιο πηδάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πηδάλιο < αρχαία ελληνική πηδάλιον < *πήδ-α-λον < πηδόν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /pi.'ða.li.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ένα πηδάλιο, το οποίο διακρίνεται (εδώ) μπροστά από την προπέλα

πηδάλιο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) κινητό όργανο που βρίσκεται στο πίσω μέρος του πλοίου, κάτω από το νερό. Ελέγχει και τηρεί τη διεύθυνση του πλοίου και την πραγματοποίηση ελιγμών
    • (κατ' επέκταση) όλα τα όργανα που εξυπηρετούν στον έλεγχο του σκάφους
  2. μέρος του μηχανισμού των ρολογιών, με το οποίο αυξάνεται ή μειώνεται το μήκος του σπειροειδούς ελατηρίου τους
  3. (μεταφορικά) η διακυβέρνηση, η διοίκηση, ο έλεγχος ενός κράτους, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ