Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

πιέζω

Από Ελληνικό Λεξικό
Επιστήμη άνευ αρετής πονηρία εστί.
Αριστοτέλης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πιέζω < αρχαία ελληνική πιέζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /pi.'ɛ.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα

πιέζω

  • ασκώ δύναμη πάνω στην επιφάνεια ενός αντικειμένου
πίεσα το κουμπί αλλά δεν έγινε τίποτα
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βαραίνω, ζουλώ, ζουπίζω, ζουπώ
  • (μεταφορικά) προσπαθώ να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
το λόμπι πιέζει την κυβέρνηση
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναγκάζω, εξαναγκάζω
  • (μεταφορικά) φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
μη με πιέζεις, αισθάνομαι ήδη άσχημα με όλη αυτή την κατάσταση!
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θλίβω, στενοχωρώ, στριμώχνω

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ