Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

πλάκα

Από Ελληνικό Λεξικό
Το πρόσωπο είναι ο καθρέπτης της ψυχής.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πλάκα πλάκες
Γενική πλάκας πλακών
Αιτιατική πλάκα πλάκες
Κλητική πλάκα πλάκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πλάκα < αρχαία ελληνική πλάξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'pla.ka/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

πλάκα θηλυκό

  1. μεγάλο επίπεδο κομμάτι με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά
  2. κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος (π.χ. σαπούνι, βούτυρο ή σοκολάτα)
  3. οροφή (ή δάπεδο ορόφου) από τσιμέντο
  4. μεγάλης έκτασης τμήμα της λιθόσφαιρας
  5. χαρακτηρισμός για οτιδήποτε είναι επίπεδο και σκληρό
    είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του
  6. δίσκος μουσικής
  7. αστείο, πείραγμα

Εκφράσεις

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ