Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ριζάρι

Από Ελληνικό Λεξικό
Αν αγαπάς και υποφέρεις, αγάπα περισσότερο.
Βίκτωρ Ουγκώ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ριζάρι < Αλιζάρι < ισπανική, alizari = ερυθρόδανον το βαφικόν < Αραβ. Al uzari = ο χυμός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ριζάρι ουδέτερο

  • κόκκινη βαφή, συνήθως χρησιμοποιούμενη για τη βαφή των κόκκινων αυγών του Πάσχα.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ