Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ρινόκερος

Από Ελληνικό Λεξικό
Νίκα την οργή με την αγάπη, απάντησε με καλό στο κακό και την τσιγκουνιά νίκα με γενναιοδωρία.
Βούδας
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ρινόκερος ρινόκεροι
Γενική ρινόκερου ρινόκερων
Αιτιατική ρινόκερο ρινόκερους
Κλητική ρινόκερε ρινόκεροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ρινόκερος αρσενικό

Ένας ρινόκερος.
  • Φυτοφάγο παχύδερμο θηλαστικό της οικογένειας Rhinocerotidae. Ενδημεί στην Ασία και την Αφρική. Έχει παχύ γκριζωπό δέρμα και ένα ή δυο κέρατα στη μύτη του.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ