Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ρολό

Από Ελληνικό Λεξικό
Πολλούς δασκάλους, αλλά λίγους αγωνιστές έχει η αρετή.
Πλάτων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ρολό ρολά
Γενική ρολού ρολών
Αιτιατική ρολό ρολά
Κλητική ρολό ρολά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ρολό < γαλλική rouleau  (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ρολό ουδέτερο ή ρουλό

  1. μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα
  2. (γενικότερα) οποιοδήποτε αντικείμενο κυλινδρικού σχήματος
  3. εργαλείο βαφής
  4. φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου
  5. (στον πληθυντικό) προστατευτικό πλέγμα που τυλίγεται σε κύλινδρο για να ανεβοκατεβαίνει και χρησιμοποιείται για την προστασία καταστημάτων (και σπιτιών), μπροστά από τις εισόδους τους ή τα παράθυρα

Εκφράσεις

  • κάνω κάτι ρολό: τυλίγω κάτι γύρω από ένα άξονα ώστε να γίνει ρολό
  • κατεβάζω τα ρολά: κλείνω το κατάστημα, (μεταφορικά) σταματώ να εργάζομαι ή να σκέφτομαι (λόγω κόπωσης)


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ