Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ρόδα

Από Ελληνικό Λεξικό
Όσα γνωρίζεις μην τα λες πάντα, αλλά αυτά που λες πάντα να τα γνωρίζεις.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ρόδα ρόδες
Γενική ρόδας
-
Αιτιατική ρόδα ρόδες
Κλητική ρόδα ρόδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ρόδα < βενετική, roda < λατινική rota

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /'ɾɔ.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ρόδα

  1. εξάρτημα των μέσων μεταφοράς που περιστρέφεται γύρω από έναν οριζόντιο άξονα προσαρμοσμένο στη βάση του οχήματος, ο τροχός
    οι ρόδες του αυτοκινήτου, ποδήλατο με μία ρόδα
  2. (ναυτικό) κυκλικό τμήμα του τιμονιού και το χειρίζεται ο πιλότος
  3. (συνεκδοχικά) το αυτοκίνητο
    σκέφτεται να αγοράσει νέα ρόδα

Εκφράσεις

  • ρόδα είναι και γυρίζει : τίποτε δεν είναι σταθερό, η ζωή έχει πολλές μεταβολές


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού

ρόδα

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ