Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

σαγή

Από Ελληνικό Λεξικό
Το τέρμα της ζωής σου να έχεις πάντα εμπρός σου.
Σόλων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαγή < αρχαίο ελληνικό σάττω (= φορτώνω, εξοπλίζω).

Open book 01.svg Ουσιαστικό

Σαγή για καβαλίκεμα.
Αλεξίπτωτο στο οποίο διακρίνεται η σαγή.

σαγή θηλυκό

  1. Το σύνολο των εξαρτημάτων που χρειάζονται για το ζέψιμο, το καβαλίκεμα ή το φόρτωμα ενός υποζυγίου (αλόγου, μουλαριού κ.α.).
    Ο Βουκεφάλας, το άλογο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είχε τη δική του βασιλική σαγή.
  2. Το σύστημα των ειδικά κατασκευασμένων ιμάντων του αλεξίπτωτου που καταλήγουν σε μια πλατιά ζώνη η οποία εφαρμόζεται μπροστά στο στήθος ή στη μέση και με έναν απλό χειρισμό ανοίγει, ώστε να μπορεί ο αλεξιπτωτιστής να απαλλαγεί εύκολα από το αλεξίπτωτο μετά την προσγείωση.
    Το αλεξίπτωτο αποτελείται από τέσσερα κύρια μέρη: το θόλο, τα σχοινιά αναρτήσεως, την σαγή και τον σάκο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ