Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

σαγήνη

Από Ελληνικό Λεξικό
Όποιος δια βίου καλλιεργεί την αρετή, με την αγάπη του Θεού μένει αθάνατος.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαγήνη < (λατινικά) sagena  (la) < (γαλλικά) seine  (fr) (: δίχτυ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαγήνη θηλυκό χωρίς πληθυντικό

  • η ικανότητα που έχει κάποιος να ασκεί γοητεία κι έλξη στους άλλους

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ