Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

σαδδουκαίος

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο ανόητος έχει την καρδιά στη γλώσσα, ενώ ο σώφρων έχει την γλώσσα στην καρδιά.
Θουκυδίδης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαδδουκαίος < ελληνιστική κοινή Σαδδουκαῖος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαδδουκαίος αρσενικό

  1. το μέλος της ιουδαϊκής θρησκευτικής ομάδας των Σαδδουκαίων (2ος αιώνας π.Χ - 1ος αιώνας μ.Χ), οι οποίοι δεν δέχονταν την ανάσταση των νεκρών


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ