Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

σακατεύω

Από Ελληνικό Λεξικό
Εκ στόματος κοράκου κρα εξελεύσεται.
Αίσωπος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σακατεύω < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ρήμα

σακατεύω

  • καθιστώ κάποιον σακάτη (ανάπηρο)
  • χτυπάω άσχημα ένα μέλος μου
    σακάτεψα το χέρι μου

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ