Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

σαν

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαν < μεσαιωνική ελληνική, σάν < ὡσάν < αρχαία ελληνική φράση ὼς ἄν

Open book 01.svg Μόριο

σαν και σα

  1. (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως
    το πρωί να τρως σαν βασιλιάς, το μεσημέρι σαν πλούσιος, το βράδυ σαν φτωχός
  2. (με ουσιαστικά) δηλώνει μια ιδιότητα ψευδή ή αναληθή
    συμπεριφέρεται σαν μεγιστάνας
  3. (με ουσιαστικά ή επίθετα) δηλώνει αιτιολογία: ως
    σου τα λέω αυτά σαν φίλος
  4. (με επίθετα, ρήματα, επιρρήματα) δηλώνει αβεβαιότητα ή πιθανότητα
    σαν να λες ψέμματα
  5. (σε ερωτήσεις) άραγε, τάχα
    για πες μου, σαν πότε σκέφτεσαι να έρθεις;
  6. (σε αναφορικές παραβολικές προτάσεις) δηλώνει μια μη πραγματική ιδιότητα
    μιλάει σαν να ήταν ο πρωθυπουργός
  7. (σε αναφορικές παραβολικές προτάσεις) δηλώνει πιθανή αιτιολογία
    σταμάτησε να μιλάει σαν να κατάλαβε το λάθος που έκανε
  8. (σε ειδικές προτάσεις) ότι
    έδειξε σαν να τον αναγνώρισε

Open book 01.svg Σύνδεσμος

σαν (χρονικός)

  1. όταν, αφού
    σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη... (Καβάφης)
  2. μόλις
    χαμογέλασες αμήχανα, σαν με είδες
  3. όποτε, κάθε φορά που...
    θλίβομαι σαν μου φωνάζεις




Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ